Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ALBERT COERANT The boy who braved the tanks. Η ανταπόκριση του δημοσιογραφου





ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
9ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ "ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ"



ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΤΑ ΤΑΝΚ

Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από τον ηρωικό θάνατο του Διομήδη Κομνηνού ενός άξιου τέκνου της Ελλάδας. Το Νοέμβριο του1973 μπήκε στο Πολυτεχνείο για να αγωνιστεί την απελευθέρωση της χώρας.

Δε θα επέστρεφε σπίτι του πότε.

Ο ηρωικός αγώνας των φοιτητών του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973 είχε δώσει ελπίδες για σύντομη πτώση της δικτατορίας Παπαδόπουλου. Αντί γι’ αυτό άρχισε μια χειρότερη περίοδος με το διάδοχο του Παπαδόπουλου το νέο δικτάτορα Γιάννη Ιωαννίδη αρχηγό της στρατιωτικής Αστυνομίας.

ALBERT COERANT

Τα στρατόπεδα-φυλακές του φρικτού τόπου εξορίας στη Γυάρο άνοιξαν ξανά. Οι συλλήψεις και τα βασανιστήρια ήταν πιο συχνά από ποτέ! Ο Παπαδόπουλος κρατούσε τα προσχήματα και πάντα υποκρινόταν ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα έχουν ανασταλεί προσωρινά μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη στην Ελλάδα. Αντίθετα ο Ιωαννίδης δρούσε ανοιχτά και ποτέ δεν έκρυβε τις άσχημες προθέσεις του. Η περιβόητη Ε.Σ.Α. η στρατιωτική Αστυνομία, σκορπούσε τον τρόμο καθημερινά και φανερά στους δρόμους της Αθήνας και η σιωπή βασίλευε στους ανθρώπους, η νεκρική σιωπή όπως την αποκαλούσαν τότε.

Κατά τη διάρκεια των θλιβερών εβδομάδων μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ένας επισκέπτης εμφανίστηκε στο γραφείο μου «Απλά λέγε με Γιάννη» είπε. «Άκουσα ότι έχετε αποσιωπήσει την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σε παρακαλώ πες μου ό,τι έχεις δει». Καθώς ήταν ένας φιλικός έξυπνος άνθρωπος δέχτηκα να μιλήσω. Του διηγήθηκα κάποιες σκηνές απίστευτου θάρρους στις οποίες είχα γίνει μάρτυρας-σήμερα πασίγνωστες χάρη σε αναρίθμητα άρθρα εφημερίδων και ντοκιμαντέρ που προβάλλονται ανελλιπώς από την τηλεόραση. Ήμουν επίσης σε θέση να περιγράψω περιστατικά άγνωστα στην κοινή γνώμη.

Εντυπωσιάστηκε από την περιγραφή μου σχετικά με το ξενοδοχείο Ακρόπολη απέναντι από το Πολυτεχνείο εκείνη τη διάσημη μέρα. Άκουσε επίσης, πως έπρεπε να προφυλαχτώ από τις σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών σε ένα κτίριο που ήταν γεμάτο όχι μόνο από φοιτητές αλλά επίσης και από μαθητές. Εντυπωσιάστηκε όταν άκουσε πως ο ίδιος ο διευθυντής του ξενοδοχείου πρόσφερε τα πιάτα με τα σάντουιτς και έλεγε «Δεν είναι καλό να μάχεσαι για τη χώρα σου με άδειο στομάχι». Άκουσε επίσης πως παρά τη βροχή από σφαίρες ένας φοιτητής διαδήλωνε απ’ έξω και χτυπήθηκε λίγα μέτρα μακρύτερα από την πόρτα του ξενοδοχείου.

Εξήγησα πώς δύο μαθήτριες δε δίστασαν να τρέξουν έξω, όπως οι νοσοκόμες στο πεδίο της μάχης, σαν την Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, για να βοηθήσουν το αγόρι και να το μεταφέρουν στο ξενοδοχείο, όταν ένας αστυνομικός το άρπαξε από τα χέρια τους.  Άκουσε προσεκτικά την ιστορία μιας Νορβηγίδας, μιας ανυποψίαστης τουρίστριας, που χτυπήθηκε από αδέσποτη σφαίρα στο λαιμό και πέθανε ξαπλωμένη μέσα στο ξενοδοχείο. Η κοπέλα πήγαινε να κάνει ένα τηλεφώνημα στους γονείς της από το κτίριο του Ο.Τ.Ε. λίγα μέτρα μακρύτερα στην οδό Πατησίων, για να τους πει για τις θαυμάσιες εμπειρίες που είχε από την Ελλάδα. Δεν θα ξεχάσω την έκφρασή του όταν περιέγραψα το πώς οι φοιτητές καλούσαν απελπισμένα από τα μεγάφωνα για ιατρική βοήθεια και ασθενοφόρα.

Τα ασθενοφόρα πράγματι έφθασαν με τις σειρήνες να ουρλιάζουν-όχι γεμάτα από γιατρούς ή νοσοκόμες, αλλά αιμοδιψείς αστυνομικούς μερικούς μεταμφιεσμένους σε γιατρούς. Και μετά η πιο φρικτή σουρεαλιστική σκηνή από όλες που δε θα σβήσει ποτέ από το μυαλό μου. Τα τανκ - περισσότερα από είκοσι πέντε – έφθασαν σα να έπρεπε να κατακτήσουν ένα οχυρωμένο κάστρο και όχι ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα γεμάτο από παιδιά που φώναζαν για λευτεριά. Ήρθαν κυλώντας αργά, σχεδόν τα μεσάνυχτα. Ένα τεράστιο γκρίζο τέρας στάθηκε ακριβώς μπροστά στην πόρτα του Πολυτεχνείου. Από το άνοιγμα εμφανίστηκε ένας αξιωματικός με ένα όπλο στα χέρια. Οι φοιτητές ικέτευσαν το στρατό να μη χρησιμοποιήσει βία και να μην τους χτυπήσει. Ο αξιωματικός φώναξε από το τανκ ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις δεν διαπραγματεύονται με αναρχικούς. Στο ξενοδοχείο Ακρόπολη τα παιδιά έκλαιγαν και πολλοί γονάτιζαν και προσεύχονταν στο Θεό να σταματήσει αυτή την τρέλα.

Ένα από τα πιο απίστευτα και ντροπιαστικά πράγματα ήταν, ότι την ίδια στιγμή που τα παιδιά της Ελλάδας ήταν έτοιμα να θυσιαστούν για την ελευθερία, στο ίδιο ξενοδοχείο σε μικρή απόσταση από την επερχόμενη καταστροφή υπήρχε ένα δωμάτιο γεμάτο από καμιά διακοσαριά άτομα, κυρίως γυναίκες αλλά και κάποιους άντρες που έπαιζαν χαρτιά τελείως αδιάφοροι για την αγωνιζόμενη και δοκιμαζόμενη νεολαία της χώρας.

Ο επισκέπτης μου είπε ότι ο γιος του ήταν ένας από τους νεαρούς του Πολυτεχνείου εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν πολύ μετριόφρων για να μιλήσει γι’ αυτό. Ο άντρας μου ζήτησε την άδεια για να ξανάρθει. Κατά τη διάρκεια της επόμενης επίσκεψης είπε ότι αισθανόταν βαθιά συγκινημένος από τον ηρωισμό που επέδειξε η ελληνική νεολαία εκείνη την εποχή.

Θεωρούσε ότι τα περισσότερα παιδιά είναι κακομαθημένα σήμερα ακόμη και στις πιο φτωχές οικογένειες. Μου είπε υπέροχα ανέκδοτα και αστεία για να το αποδείξει. «Ήξερες, μου είπε, ότι ο Χριστός ήταν Έλληνας;». «Αλήθεια;» ρώτησα χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν σοβαρός. «Ναι» μου απάντησε με ένα φαρδύ χαμόγελο στο πρόσωπο. «Αυτός πίστευε ότι η μητέρα του ήταν παρθένα και τον θεωρούσε Θεό. Κι όχι μόνο αυτά, ξεκίνησε να δουλεύει όταν ήταν τριάντα χρόνων». Και ανέφερε άλλη μια ιστορία σχετικά με τις -μερικές φορές -ανόητες φιλοδοξίες που έχουν οι Έλληνες γονείς για τα παιδιά τους.

Είχε κάποτε μια γειτόνισσα μητέρα δίδυμων αγοριών περίπου δύο ετών. Μια μέρα τη συνάντησε στο δρόμο και τη ρώτησε τι κάνει ένα από τα παιδιά της.» Ποιον εννοείς, το γιατρό ή το δικηγόρο;» ρώτησε η γυναίκα. Μια μέρα ο επισκέπτης μου άρχισε να μιλά για το δεκαεξάχρονο γιο του. Τον περιέγραφε σαν ένα σοβαρό παιδί ανυπομονούσε να ‘ρθει η μέρα που θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, το περίφημο Πολυτεχνείο για να γίνει μηχανικός ή αρχιτέκτονας. «Ο Θεός με ευλόγησε δίνοντάς μου αυτό το παιδί», πρόσθεσε «είναι τόσο έξυπνο και επιμελές. Αλλά μη νομίζεις ότι είναι και καλόγερος» πρόσθεσε χαμογελώντας. «Αγαπάει τα κορίτσια και αυτές τον αγαπούν». Μου έδειξε τη φωτογραφία ενός όμορφου αγοριού. Από μέσα μου χαμογέλασα ακούγοντας τους επαίνους και σκέφτηκα ότι είναι ειρωνικό να ακούω άλλον έναν περήφανο Έλληνα γονιό.

Ο επισκέπτης μου συνέχιζε να έρχεται. Πάντα κουβαλούσε πακέτα, μια φορά παιχνίδια για τα φτωχά παιδάκια του φτωχοκομείου και μια άλλη φορά βιβλία με δερμάτινο εξώφυλλο για το γιο του.

Συνήθιζε να μιλά για διάφορα θέματα, φαινόταν μορφωμένος αλλά η συζήτηση κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο -με επαίνους για τον πολυαγαπημένο του γιο. Μια μέρα η διάθεσή του φαινόταν διαφορετική και κοίταζε επίμονα έξω από το παράθυρο. Τότε έμενα δίπλα σε ένα νεκροταφείο. Ξαφνικά βγήκε από τη μελαγχολία του και αναφώνησε: Είμαι ευτυχισμένος που ο γιος μου έχει ολόκληρη τη ζωή μπροστά του, είναι τόσο νέος».

Αρκετές φορές τον ρώτησα γιατί δεν έφερνε το παιδί - θαύμα να το γνωρίσω. «Είναι πολύ απασχολημένος με το διάβασμα και το φλερτ με τα κορίτσια» ήταν η συνηθισμένη του απάντηση. Μετά από αρκετά συχνές επισκέψεις ο επισκέπτης μου χάθηκε για ένα δύο χρόνια. Άρχισε να μου λείπει. Αλλά ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι. Αυτή τη φορά έλαμπε! Ο γιος του είχε περάσει τις εξετάσεις για το Πολυτεχνείο- με πολύ υψηλή βαθμολογία. Πάλι κουβάλαγε πακέτα και πακέτα και ένα αεροπορικό εισιτήριο στο όνομα του γιου του. Ο νεαρός θα έμενε με συγγενείς στην Αμερική το καλοκαίρι.

Έγινε κι ένα μεγάλο πάρτι με τουλάχιστον πενήντα αγόρια και κορίτσια-ο νεαρός ήταν πολύ δημοφιλής. Όταν έφυγε ο επισκέπτης μου πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο για να βρω τον αριθμό του τηλεφώνου του. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να αγοράσω ένα δώρο για το γιο του που τον ένιωθα σαν ένα φίλο που δε γνώρισα ποτέ.

Όταν χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού του Γιάννη μου άνοιξε μια κυρία και τη ρώτησα αν ήταν η μητέρα του αγοριού. «Θέλω να σας συγχαρώ για τον εξαιρετικό γιο σας. Άκουσα ότι πέρασε από τους πρώτους στις εξετάσεις. Ο σύζυγός σας μου είπε ότι θα γίνει μηχανικός. Μπορώ να περάσω για να του δώσω ένα μικρό δώρο;». «Ο γιος μου, απάντησε με θλίψη στη φωνή, δε θα γίνει ποτέ μηχανικός και δε θα μπει ποτέ στο Πανεπιστήμιο, πέθανε πριν από τρία χρόνια».

Μετά η φωνή της πνίγηκε σε ένα λυγμό, «Σκοτώθηκε από σφαίρα αστυνομικού στην πύλη του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973».

Ο βετεράνος δημοσιογράφος ALBERT COERANT εργαζόταν σαν ανταποκριτής για τη δανέζικη και βελγική TV στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας.

μετάφραση: Έφη Γιαννακοπούλου

 

The boy who braved the tanks

This story is inspired by the heroic death of Diomedes Komninos, a worthyson of the Greek people. In November 1973 he went to the Polytechnic to fightfor the freedom of his country. He would never come back. He was 16THE HEROIC insurrection of Polytechnic students on November 17, 1973 had given hope for the speedy downfall of the dictatorship of Papadopoulos. Yet an even more sinister period began with Papadopoulos' successor - the new dictator, Yiannis Joannidis, head of the military police.

ALBERT COERANT*

The prison camps of the horrendous exile island of Yiaros were opened again. Arrests and torture became more frequent than ever. Papadopoulos had kept up appearances and always pretended that democratic rights were suspended only temporarily until order would be re-established in Greece. Joannidis was less circumspect and did not hide his hideous intentions. The ferocious ESA, the military police, excerpted its terror daily and openly on the streets of Athens and silence reigned among the Greek people, the silence of the grave yard, as people said those days.

During the melancholy weeks after the events at the Polytechnic, a visitor showed up at my office. "Just call me John," he said. "I heard you have been covering the upheaval at the Polytechnic. Please tell me everything you have seen." Since he was a friendly, intelligent man I didn't refuse. I told him about some of the scenes of the unbelievable courage I witnessed - well known nowadays through numerous newspaper reports and the documentaries shown over and again on TV. I was also able to describe scenes that were not part of public knowledge. He was fascinated by my account of the Hotel Acropole across from the Polytechnic on that famous day. He heard how I had to shelter from snipers' bullets in a building which was not only crowded with students but also with school children.

He was amazed to hear how the hotel manager himself went around with dishes full of sandwiches and said, "It's not good to fight for the freedom of our country on an empty stomach." He heard too, how despite of the rain of bullets, a young student ventured outside and was hit a few metres from the door of the hotel.

I explained how two schoolgirls did not hesitate to run outside like nurses on the battlefield, veritable Florence Nightingales helping the boy and carrying him back into the hotel, only to have a policeman yank him from their hands. He listened attentively to the story of a Norwegian girl, an unsuspecting tourist, who was hit in the neck from a stray bullet and who lay dying in the lobby of the hotel. She had been on her way to make a phone call to her parents from the OTE building a few metres along Patission Street. She had wanted to tell her parents about her incredible experiences in Greece. I will never forget the expression on his face when I described the students calling desperately from their loudspeakers for medical help and ambulances.

The ambulances with their incessantly screaming sirens arrived - not full of nurses and doctors, but with club wielding, blood-thirsty policemen, some of them even camouflaged in white doctors' uniforms. And then the most horrendous and surrealistic scene of all; one which will never leave my mind. The tanks - more than 25-arrived; as if they had to annihilate a well fortified fortress and not a university campus full of unarmed children yelling for freedom. They came rolling in at about midnight.

One enormous grey monster stood just in front of the gate of the Polytechnic. From the open turret an officer appeared with a pistol in his hand. The students begged the army not to use force and not to harm them. The officer shouted down from his tank that the Greek armed forces would not negotiate with anarchists. In the Acropole Palace, children were crying and many were kneeling and loudly praying to God to stop the madness.

One of the most incredible and shameful things was that at this very instant, as the children of Greece were about to die for freedom, in the same hotel, at a short distance from the oncoming catastrophe, a room full of two hundred people, mostly women but also some men, were playing cards, totally impervious to the clamours and weeping of the youth of their country. My visitor said that his son had been one of the youngsters at the Polytechnic that day, but he was a very modest boy and didn't like to talk about it. The man asked permission to come again.

During the following visit, he said he felt immensely touched by the heroism shown by the Greek youth during that time. He thought most children were mollycoddled and spoilt nowadays, even in the poorest families. He told me wonderful anecdotes and jokes to illustrate it. "Did you know," he asked me, "that Jesus Christ was a Greek?" "Really?" I queried, not quite sure whether he was serious. "Yes," he replied, a wide grin breaking across his face. "He believed his mother was a virgin and she looked at him as if he were a god. Not only that, he didn't start work until after he was thirty!" He related another tale about the sometimes foolish ambitions that Greek parents have for their children.

He had a neighbour, a mother with twin boys of about two years old. One day he met her in the street without her children and asked how one of the children were doing. "Who do you mean?" she replied, "the doctor or the lawyer?" One day my visitor started to talk about his son of 16. He described him as a wonderful boy, and couldn't wait for the day he would go to university; to the infamous Polytechnic to become an engineer or an architect. "I am blessed with this child", he added, "he is so clever and studious. But don't believe he is a monk," he added, smiling. "He loves girls and the girls love him!" He showed me a picture of a very handsome boy. Inwardly I smiled at all that praise and thought about the irony of just one more of those doting Greek parents.

My visitor kept coming again and again. He always had parcels in his hands; one day it would be toys to go to a poor children's home and another time books or an expensive leather jacket for his son. He used to talk about many different subjects; he seemed to be well educated, but the conversation always ended in the same way - with the praise and the glory of his beloved son. One day his mood seemed different and he kept staring out of the window. I lived next to a cemetery in those days. At last he sighed and said, "We will all go there one day - perhaps it will be my turn soon. Then he snapped out of his apparently uncharacteristic melancholy and exclaimed, "I am happy that my son has still a whole life before him - he is still so young." On several occasions I asked why he never brought this wonder boy to visit. "He is too busy studying and flirting with girls," was his usual reply.

After his frequent visits, my visitor stayed away for a year or two. I started missing him. But suddenly he was there again.
This time he was jubilant. His son had passed the entrance examinations for the Polytechnic - with excellent grades. Once again he was carrying parcels and parcels and even an airline ticket in his son's name. The youngster was to stay with his American relatives for the summer. There was to be a wonderful party with at least fifty boys and girls attending; he was popular among his friends. After my visitor left, I went to the book shop to find out his telephone number. I thought I should at least buy a present for his son who seemed like a friend I had never met.

When I rang John's house, a lady answered and I asked her whether she was the boy's mother. "I want to congratulate you and your brilliant son. I heard he has passed all his examinations with flying colours. Your husband tells me he is to become an engineer. May I pass by, just for a short while, to bring him a little present?" "My son," she answered in a tone that stifled grief, "will never be an engineer and he will never enter the university; he died three years ago."

Then her voice drowned in a heart-rending sob. "He was killed by a police bullet, fired at point-blank range at the gate of the Polytechnic on November 17, 1973."


* Veteran journalist Albert Coerant worked as a correspondent for Dutch and Belgian TV in Greece during the military dictatorship.



http://9dim-petroup.att.sch.gr/toppage1.htm#ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΤΑ ΤΑΝΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.